απομονώνω
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
απομονώνω
它从哪里来
απομονώνω < μεταφορά στην ενεργητική φωνή του ελληνιστικού ἀπομονέομαι, -οῦμαι
动词 απομονώνω · απομονώνομαι · απομόνωνα · θα απομονώνω · να απομονώνω
- ενεργώ ώστε κάτι να είναι μόνο του, να βρίσκεται μακριά από τα όμοιά του ή τον περίγυρό του, να μην επικοινωνεί με αυτό
- αποκλείω κάποιον από κοινωνικές συναναστροφές
- επιτυγχάνω να διαχωρίσω μια χημική ουσία από άλλες με τις οποίες είναι ενωμένη ή αναμεμειγμένη
- προβάλλω μία φράση ή τμήμα κειμένου χωρίς τα συμφραζόμενά του κατά τρόπο ώστε να διαστρέφω το νόημά του
- αποκόπτω ένα τμήμα του δικτύου
英语
- island isolate
- quarantine to enter into or remain in quarantine
讨论这个词 "απομονώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. απομονώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89 "απομονώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {απομονώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}