απομόχλευση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απομόχλευση
Where it comes from
απομόχλευση < απο- + μόχλευση
noun απομόχλευση · απομοχλεύσεις · απομόχλευσης · απομοχλεύσεων
- μείωση της δανειακής επιβάρυνσης, απομείωση του ιδιωτικού ή δημοσίου χρέους ※ Θα παρατηρήσει επίσης ότι η μεταστροφή στην πορεία εξέλιξης των τιμών ξεκίνησε μόλις μετά τον Σεπτέμβριο του 2012, αν και από τότε δεν έχει σταματήσει η οπισθοχώρηση. Κι επειδή στην Ευρώπη συμβαίνει το αντίθετο, ο αποπληθωρισμός στην αγορά αγαθών εξελίσσεται παράλληλα με την απομόχλευση των τραπεζ
Talk about this word "απομόχλευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. απομόχλευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7 "απομόχλευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απομόχλευση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}