απορία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απορία¹
- a.poˈɾi.a
Sounds like απόρροια
Where it comes from
απορία < αρχαία ελληνική ἀπορία. Συγχρονικά αναλύεται σε άπορος + -ία.
noun απορία · απορίες · απορίας · αποριών
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που τον απασχολεί ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 43
- η κατάσταση κατά την οποία ο φιλόσοφος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο φιλοσοφικό ερώτημα, επειδή έχει φτάσει σε αντίφαση ή επειδή δύο αντίθετες προτάσεις φαίνονται εξίσου πειστικές
- ερώτημα ※ Η απόφαση στην υπόθεση πολυιδιοκτησίας δεν είναι εύκολα κατανοητή, με την έννοια πως για να ληφθεί σημειώθηκαν μερικά δυσεξήγητα λογικά άλματα, που προκαλούν τεράστιες απορίες.
- η έλλειψη οικονομικών πόρων πιστοποιητικό απορίας
Απορία²
Where it comes from
Απορία < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Απορία
- γυναικείο όνομα
In English
- wonder informal: thought
- question doubt or challenge — see also doubt
- aporia expression of doubt
- destitution extreme state of poverty
Talk about this word "απορία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. απορία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1 "απορία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απορία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}