απορρίπτω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απορρίπτω

  • a.poˈɾi.pto

Where it comes from

απορρίπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορρίπτω < ἀπό + ῥίπτω. Δείτε ρρ

verb απορρίπτω · απέρριψα · απόρριψα · απορρίπτομαι · απορρίφθηκα

  1. δεν (απο)δέχομαι, δεν εγκρίνω ※ Αφετέρου, είναι η αποτύπωση της διανοητικής πορείας που οδήγησε τον Δημητράκο να απορρίψει τον μαρξισμό και να στραφεί προς τον φιλελευθερισμό καθώς, όπως συμπέρανε στην πορεία της μελέτης του, ο φιλόδοξος γκραμσιανός στόχος της ανανέωσης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε ανοιχτό σύστημα όπο
  2. ιατρική αποβάλλω

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απορρίπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απορρίπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89

Chicago

"απορρίπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απορρίπτω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}