ミクウィン

αποσκευή

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

αποσκευή

  • a.po.sceˈvi

由来

αποσκευή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποσκευή. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + σκευή.

:* για τη μεταφορική σημασία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bagages (στον πληθυντικό)

名詞 αποσκευή · αποσκευές · αποσκευής · αποσκευών

  1. οποιοδήποτε αντικείμενο (τσάντα, βαλίτσα, κούτα κλπ) περιέχει άλλα αντικείμενα που μεταφέρουμε κατά τις μετακινήσεις μας
  2. figuratively, plural normally, μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό τα προσόντα, τα εφόδια κάποιου Γύρισε από τη Γαλλία, έχοντας στις αποσκευές της ένα διδακτορικό δίπλωμα και πολυετή εμπειρία στη δουλειά της.

類語: μπαγκάζια

類義語・対義語

名詞

類語: μπαγκάζια

この単語について話す

引用する
MLA

"αποσκευή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποσκευή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE

Chicago

"αποσκευή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποσκευή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}