αποσπώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποσπώ
- a.poˈspo
Where it comes from
αποσπώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποσπῶ.
verb αποσπώ · αποσπώμαι · αποσπασμένος · αποσπόμουν · θα αποσπώμαι
- αποκόπτω, αποχωρίζω
- παίρνω κάτι από κάποιον τραβώντας το ή με τη χρήση πειθούς Με τις κολακείες κατάφερε να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό.
- τραβώ την προσοχή κάποιου αναγκάζοντάς τον να διακόψει αυτό που έκανε Έρχεται συνέχεια και με αποσπά.
- μετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του Έκανα αίτηση να με αποσπάσουν στα κεντρικά.
In English
Talk about this word "αποσπώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. αποσπώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E "αποσπώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποσπώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}