αποσπώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποσπώ

  • a.poˈspo

Where it comes from

αποσπώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποσπῶ.

verb αποσπώ · αποσπώμαι · αποσπασμένος · αποσπόμουν · θα αποσπώμαι

  1. αποκόπτω, αποχωρίζω
  2. παίρνω κάτι από κάποιον τραβώντας το ή με τη χρήση πειθούς Με τις κολακείες κατάφερε να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό.
  3. τραβώ την προσοχή κάποιου αναγκάζοντάς τον να διακόψει αυτό που έκανε Έρχεται συνέχεια και με αποσπά.
  4. μετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του Έκανα αίτηση να με αποσπάσουν στα κεντρικά.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποσπώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποσπώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E

Chicago

"αποσπώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποσπώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}