αποστάτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποστάτης
- a.poˈsta.tis
Sounds like αποστατείς
Where it comes from
αποστάτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποστάτης
:* για το εξάρτημα < (απόδοση) αγγλική spacer
noun αποστάτης · αποστάτες · αποστάτη · αποστατών
- αυτός που εξεγείρεται ενάντια στην καθιερωμένη εξουσία, που επαναστατεί, που αποστατεί
- αυτός που απαρνιέται τη θρησκεία του, αρνητής της θρησκείας του
- αυτός που αποστασιοποιείται από την κυρίαρχη γραμμή του κόμματος που ανήκει ή και αποσχίζεται και εναντιώνεται σε αυτό
- εξάρτημα που χρησιμεύει στο να κρατάει κάποιο άλλο (ή δύο εξαρτήματα μεταξύ τους) σε απόσταση ή και να λειτουργεί ως στήριγμα πλευρικός αποστάτης, αποστάτες τιμονιού
In English
Talk about this word "αποστάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αποστάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82 "αποστάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποστάτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}