αποστροφή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποστροφή
- a.po.stɾoˈfi
Where it comes from
αποστροφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστροφή και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aversion
:* για το ρητορικό σχήμα: (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποστροφή → δείτε και το γαλλικό apostrophe
noun αποστροφή · αποστροφές · αποστροφής · αποστροφών
-
έντονο αρνητικό συναίσθημα για κάτι ή κάποιον που σε κάνει να στρέφεσαι προς την άλλη μεριά
Similar: αντιπάθεια, απέχθεια, αηδία
- το να απευθύνεται ο ομιλητής διακόπτοντας τον λόγο του σε κάποιο πρόσωπο ή σε αφηρημένη έννοια Σε μια αποστροφή του λόγου του, αναφέρθηκε στον αείμνηστο ...
In English
- apostrophe sudden piece of dialogue
- aversion fixed dislike
Talk about this word "αποστροφή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. αποστροφή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE "αποστροφή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποστροφή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}