αποσύνθεση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποσύνθεση
Where it comes from
αποσύνθεση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική décomposition. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + σύνθεση
noun αποσύνθεση · αποσυνθέσεις · αποσύνθεσης · αποσυνθέσεων
- η διάσπαση ενός σώματος στα χημικά συστατικά του αντιδράσεις αποσύνθεσης ή διάσπασης
- , (κοινά) η κατάσταση κατά την οποία οι βιολογικοί οργανισμοί αρχίζουν να χαλάνε και να αλλοιώνονται τα στοιχεία τους
- αντίστοιχη κατάσταση για κάθε μη βιολογικό οργανισμό ή κοινωνικό σύνολο
- στον αρθρωτό προγραμματισμό, η ανάλυση ενός σύνθετου προγράμματος σε μικρότερα υποπρογράμματα (ή συναρτήσεις), πιο εύκολα διαχειρίσιμα και επαναχρησιμοποιήσιμα
In English
- digestion processing of decay in organic matter assisted by microorganisms
- putrefaction the act of causing to rot
- decomposition biological process
Talk about this word "αποσύνθεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αποσύνθεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7 "αποσύνθεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποσύνθεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}