αποσύρομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποσύρομαι
Where it comes from
αποσύρομαι: παθητική φωνή του ρήματος αποσύρω
verb αποσύρομαι · αποσυρόμουν · αποσυρόμουνα · θα αποσύρομαι · να αποσύρομαι
- αφήνω οριστικά κάτι με το οποίο ασχολούμαι, το εγκαταλείπω
- απομακρύνομαι από κάποιον τόπο (και απομονώνομαι κάπου αλλού) ※ παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε
In English
- withdraw to draw or pull (something) aside, away, or back from its original position or s
- disconnect to become detached or withdrawn
Talk about this word "αποσύρομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αποσύρομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "αποσύρομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποσύρομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}