αποτάσσω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποτάσσω

  • a.poˈta.so

Where it comes from

αποτάσσω < αρχαία ελληνική ἀποτάσσω < ἀπό + τάσσω

verb αποτάσσω · αποτάσσομαι

  1. αποκηρύσσω, απαρνούμαι
  2. απομακρύνω οριστικά (και ενίοτε ατιμωτικά) αξιωματικό από το στρατό, γιατί έχει διαπράξει βαρύ παράπτωμα ※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποτάσσω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποτάσσω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89

Chicago

"αποτάσσω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποτάσσω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}