मिकविन

αποταμιεύω

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

αποταμιεύω

  • a.po.ta.miˈe.vo

यह कहाँ से आया

αποταμιεύω < ελληνιστική κοινή ἀποταμιεύω / ἀποταμιεύομαι < αρχαία ελληνική ἀπό + ταμιεύω < ταμίας < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- (κόβω)

क्रिया αποταμιεύω · αποταμιεύομαι · αποταμίευα · θα αποταμιεύω · να αποταμιεύω

  1. οικονομία κρατώ κάποια χρήματα στην άκρη (σε τραπεζικό λογαριασμό ή αλλού), προκειμένου να τα χρησιμοποιήσω αργότερα (όλο το ποσό ή τμήμα του), όταν θα τα έχω περισσότερη ανάγκη
  2. broadly, figuratively, κατ’ επέκταση, μεταφορικά παρόμοια διαδικασία για διάφορα υλικά ή πνευματικά αγαθά

अंग्रेज़ी में

  • save to accumulate money
  • save up accumulate money for a specific purpose

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"αποταμιεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αποταμιεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"αποταμιεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποταμιεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}