απουσία
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
απουσία
- a.puˈsi.a
מאיפה זה בא
απουσία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπουσία
שם עצם απουσία · απουσίες · απουσίας · απουσιών
- το να μην παρευρίσκεται κάποιος ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή όπου θα αναμενόταν να είναι ※ Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδόσεις Νεφέλη, 1999, σελ. 59)
הפך: παρουσία
מילים נרדפות והפכים
שם עצם
הפך: παρουσία
באנגלית
- absence state of being away
לדבר על המילה הזו "απουσία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. απουσία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1 "απουσία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {απουσία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}