מיקווין

αποχαυνώνω

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αποχαυνώνω

  • a.po.xavˈno.no

מאיפה זה בא

αποχαυνώνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποχαυν(ῶ) + -ώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποχαυνοῦμαι (ἀποχαυνῶ, -όω) < ἀπο- + αρχαία ελληνική χαῦν(ος) + -όω/-όομαι > -ῶ/-οῦμαι. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + χαυνώνω.

פועל αποχαυνώνω · αποχαύνωσα · αποχαυνώνομαι · αποχαυνώθηκα · αποχαυνωμένος

  1. κάνω κάποιον χαύνο, τον φέρνω σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύω τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει Τον αποχαύνωσε τελείως η τηλεόραση.

דומה: αποβλακώνω, ναρκώνω

מילים נרדפות והפכים

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αποχαυνώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποχαυνώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"αποχαυνώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποχαυνώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}