αποψίλωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποψίλωση

Where it comes from

αποψίλωση < (ελληνιστική κοινή) ἀποψίλωσις < αρχαία ελληνική ἀποψιλόω/ἀποψιλῶ < ἀπό + ψιλός

noun αποψίλωση · αποψιλώσεις · αποψίλωσης · αποψιλώσεων

  1. το κόψιμο, το κάψιμο και γενικότερα η αφαίρεση ή η αραίωση των δέντρων ή της βλάστησης μιας περιοχής

    Similar: απερήμωση, απογύμνωση, αποδάσωση, αποδένδρωση, αποφαλάκρωση, αποχέρσωση, εκδάσωση, ερήμωση, τσάπινγκ, υλοτόμηση · Opposite: αναδάσωση, δάσωση, δενδροφύτευση

  2. αποτρίχωση
  3. figuratively, μεταφορικά η αφαίρεση απογύμνωση ή η απώλεια δικαιωμάτων ή αρμοδιοτήτων

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποψίλωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποψίλωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"αποψίλωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποψίλωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}