απρόβλεπτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απρόβλεπτος

Where it comes from

απρόβλεπτος < α- στερητικό + προβλεπτός

adjective απρόβλεπτος · απρόβλεπτη · απρόβλεπτο · απρόβλεπτου · απρόβλεπτης

  1. που δεν μπορεί να προβλεφθεί ※ Δε μιλούσε κανείς. Ο Ματίας κούρνιαζε κάτω από το κουβούκλιο κυριευμένος από μια εσωτερική, ακαταστάλακτη ταραχή. Ο κύρης του έδειχνε απρόβλεπτος, κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πού θα τους έσερνε εκείνο το βράδυ στο μεθύσι του. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ.

Similar: απρόοπτος, απροσδόκητος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απρόβλεπτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απρόβλεπτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"απρόβλεπτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απρόβλεπτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}