απρόσωπος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απρόσωπος

  • aˈpɾo.so.pos

Where it comes from

απρόσωπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπρόσωπος < αρχαία ελληνική ἀπρόσωπος (χωρίς όμορφο πρόσωπο)

:* (γραμματικός όρος) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική impersonnel Μορφολογικά, α- στερητικό + -πρόσωπος

adjective απρόσωπος · απρόσωπη · απρόσωπο · απρόσωπου · απρόσωπης

  1. που αναφέρεται σε κάτι υλικό ή πνευματικό το οποίο δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
  2. που δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμμένο άτομο
  3. γραμματική που δεν έχει ξεχωριστό τύπο για τα διάφορα πρόσωπα το απαρέμφατο είναι απρόσωπη έγκλιση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απρόσωπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απρόσωπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"απρόσωπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απρόσωπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}