απόβλητο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόβλητο

  • aˈpo.vli.to

Where it comes from

απόβλητο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο απόβλητος < αποβάλλω

noun απόβλητο · απόβλητα · αποβλήτου · απόβλητου · αποβλήτων

  1. συχνότερα στον πληθυντικό οποιοδήποτε αντικείμενο ή ουσία είναι ανεπιθύμητο, περιττό ή άχρηστο ή επικίνδυνο και απομακρύνεται ως τέτοιο από το περιβάλλον στο οποίο αρχικά παράχθηκε τα στερεά και υγρά απόβλητα της βιομηχανικής επεξεργασίας δεν πρέπει να αποβάλλονται ανεξέλεγκτα

adjective απόβλητο · απόβλητα · αποβλήτου · απόβλητου · αποβλήτων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του απόβλητος
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απόβλητος

In English

  • scum layer of impurities

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόβλητο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόβλητο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF

Chicago

"απόβλητο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόβλητο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}