απόβλιττο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόβλιττο

  • aˈpo.vli.to

Where it comes from

απόβλιττο < αρχαία ελληνική ἀποβλίττω (αποκόπτω κηρήθρα από κυψέλη, κλέβω, αρπάζω) + -ο

noun απόβλιττο · απόβλιττα · αποβλίττου · απόβλιττου · αποβλίττων

  1. rare, σπάνιο τεμάχιο ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού που αφαιρείται κατά την επεξεργασία του για μορφοποίηση, όπως π.χ. στην τόρνευση ※ Η σύγκριση της γεωμετρικής μορφής των απαραμόρφωτων αποβλίττων στη λείανση λειαντικών τροχών διαφόρων διαμέτρων δείχνει ότι ο λειαντικός τροχός με μεγαλύτερη διάμετρο αποκόπτει απόβλιττα που έχουν μικρότερο πάχος και μεγαλύτερο μήκος. (Καραχάλιου Χαρίκλεια, Προσομοίωση επιπέδου λειάνσεως, Αριστοτέ

Similar: θραύσμα, ροκανίδι, σχίσμα, τεμαχίδιο

Thesaurus

In English

  • swarf a particular chip or shaving

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόβλιττο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόβλιττο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%BF

Chicago

"απόβλιττο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόβλιττο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}