απόγευμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόγευμα
- aˈpo.ʝev.ma
Where it comes from
απόγευμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπόγευμα < ἀπό + αρχαία ελληνική γεῦμα < αρχαία ελληνική ἀπογεύω < ἀπό + γεύω, Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀπόγευμα (το να γευτείς).
noun απόγευμα · απογεύματα · απογεύματος · απογευμάτων
- το διάστημα της ημέρας ανάμεσα στο μεσημέρι και στη δύση του ήλιου Συνήθως με το «απόγευμα» εννοούμε το χρονικό διάστημα μετά το μεσημέρι και μέχρι τη δύση του ήλιου. Μετά, ξεκινάει το βράδυ ή η εσπέρα.
adverb απόγευμα · απογεύματα · απογεύματος · απογευμάτων
- κατά τη διάρκεια του απογεύματος
In English
- afternoon part of the day between noon and evening
Talk about this word "απόγευμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. απόγευμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1 "απόγευμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόγευμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}