απόδειπνο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόδειπνο
Where it comes from
απόδειπνο < μεσαιωνική ελληνική ἀπόδειπνον < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό + αρχαία ελληνική δεῖπνον
noun απόδειπνο · απόδειπνα · απόδειπνου · αποδείπνου · απόδειπνων · αποδείπνων
- εκκλησιαστική ακολουθία που τελείται μετά από το δείπνο (σε ναούς ή οπουδήποτε) ※ Μετά το απόδειπνο και πριν από τον ερχομό της νύχτας, οι δουλειές στο μοναστήρι σταματούσαν. (Ισίδωρος Ζουργός (2014) Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο [μυθιστόρημα])
- ο χρόνος μετά το δείπνο
- άλλη μορφή του αποδείπνι
In English
Talk about this word "απόδειπνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CF%80%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. απόδειπνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CF%80%CE%BD%CE%BF "απόδειπνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CF%80%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόδειπνο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CF%80%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}