απόδημος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόδημος¹

  • aˈpo.ði.mos

Where it comes from

απόδημος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδημος. Συγχρονικά αναλύεται σε από- + δήμ(ος) (ουσιαστικό) + κατάληξη επιθέτων -ος

:* και ουσιαστικοποιημένο στον πληθυντικό: «οι απόδημοι»

adjective απόδημος · απόδημη · απόδημο · απόδημου · απόδημης

  1. που ζει μακριά από την πατρίδα του/της ※ Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)

    Similar: ξενιτεμένος, αποδημητής · Opposite: επίδημος

Απόδημος²

Where it comes from

Απόδημος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Απόδημος

  1. ανδρικό όνομα

In English

  • expatriate person living outside own country
  • emigrant someone who leaves a country to settle in a new country

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόδημος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόδημος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"απόδημος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόδημος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}