απόδοση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόδοση
- aˈpo.ðo.si
Where it comes from
απόδοση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδο(σις) + -ση < ἀποδίδωμι < ἀπό + δίδωμι
: για τη σημασία «επιστροφή πράγματος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rendement
: για την ελεύθερη μετάφραση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rendering
noun απόδοση · αποδόσεις · απόδοσης · αποδόσεων
- το να δίνεις ή να επιστρέφεις ή να διανέμεις κάτι σε όποιον ανήκει ή του οφείλεται Η απόδοση του αριθμού φορολογικού μητρώου ολοκληρώνεται άμεσα (η έκδοση αριθμού μητρώου που απαιτεί ο νόμος)
- η εξήγηση ενός γεγονότος με τη σύνδεσή του με κάποιο άλλο που θεωρείται αιτία του η απόδοση της ανόδου των τιμών σε πολιτικά αίτια αμφισβητείται
- η άποψη ότι ένα έργο ανήκει σε έναν δημιουργό η απόδοση της επιστολής αυτής στον Πλάτωνα έχει γίνει αντικείμενο διαφωνιών
- η ερμηνεία ενός ρόλου ή μουσικού κομματιού η απόδοση του ρόλου ήταν κατώτερη των προσδοκιών του κοινού
- η παραγωγή ενός όγκου έργου ή εισοδήματος Λέω να πάρω καμιά βιταμίνη γιατί έχει πέσει πολύ η απόδοσή μου στη δουλειά
- η παραγωγή υπεραξίας Τι απόδοση έχει όμως το κεφάλαιό σου;
- το δεύτερο μέρος, σε σύνθετη πρόταση, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός, προαναφερθέντος, πρώτου μέρους
- ελεύθερη μετάφραση
- καταλογισμός, επίρριψη ευθύνης Διενεργείται ανάκριση για την απόδοση ευθυνών σχετικά με το μεγάλο σκάνδαλο με τη Ζίμενς
- ιερή ακολουθία, που τελείται συνήθως οκτώ ημέρες μετά από μία μεγάλη θρησκευτική (θεομητορική και δεσποτική) εορτή υπό την επιρροή αντίστοιχων ιουδαϊκών λειτουργικών συνηθειών Η απόδοση της εορτής του Πάσχα κατ' εξαίρεση δεν γίνεται οκτώ ημέρες μετά το Πάσχα αλλά την 39η ημέρα μετά το Πάσχα.
- απονομή οφειλόμενων τιμών ή σεβασμού σε ένα πρόσωπο Κατατέθηκε στεφάνι προς απόδοση τιμών στο νεκρό στρατιώτη (για αυτά που προσέφερε)
In English
- performance that which is performed or accomplished
- render a digital image produced by rendering a model
- capacity the maximum that can be produced
- apodosis the consequential clause in a conditional sentence
- odds the ratio of winnings to stake in betting situations
Talk about this word "απόδοση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. απόδοση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7 "απόδοση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόδοση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}