απόδοση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόδοση

  • aˈpo.ðo.si

Where it comes from

απόδοση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδο(σις) + -ση < ἀποδίδωμι < ἀπό + δίδωμι

: για τη σημασία «επιστροφή πράγματος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rendement

: για την ελεύθερη μετάφραση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rendering

noun απόδοση · αποδόσεις · απόδοσης · αποδόσεων

  1. το να δίνεις ή να επιστρέφεις ή να διανέμεις κάτι σε όποιον ανήκει ή του οφείλεται Η απόδοση του αριθμού φορολογικού μητρώου ολοκληρώνεται άμεσα (η έκδοση αριθμού μητρώου που απαιτεί ο νόμος)
  2. η εξήγηση ενός γεγονότος με τη σύνδεσή του με κάποιο άλλο που θεωρείται αιτία του η απόδοση της ανόδου των τιμών σε πολιτικά αίτια αμφισβητείται
  3. η άποψη ότι ένα έργο ανήκει σε έναν δημιουργό η απόδοση της επιστολής αυτής στον Πλάτωνα έχει γίνει αντικείμενο διαφωνιών
  4. η ερμηνεία ενός ρόλου ή μουσικού κομματιού η απόδοση του ρόλου ήταν κατώτερη των προσδοκιών του κοινού
  5. η παραγωγή ενός όγκου έργου ή εισοδήματος Λέω να πάρω καμιά βιταμίνη γιατί έχει πέσει πολύ η απόδοσή μου στη δουλειά
  6. οικονομία η παραγωγή υπεραξίας Τι απόδοση έχει όμως το κεφάλαιό σου;
  7. γραμματική το δεύτερο μέρος, σε σύνθετη πρόταση, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός, προαναφερθέντος, πρώτου μέρους
  8. για μεταφράσεις ελεύθερη μετάφραση
  9. καταλογισμός, επίρριψη ευθύνης Διενεργείται ανάκριση για την απόδοση ευθυνών σχετικά με το μεγάλο σκάνδαλο με τη Ζίμενς
  10. χριστιανισμός, εκκλησιαστικός όρος ιερή ακολουθία, που τελείται συνήθως οκτώ ημέρες μετά από μία μεγάλη θρησκευτική (θεομητορική και δεσποτική) εορτή υπό την επιρροή αντίστοιχων ιουδαϊκών λειτουργικών συνηθειών Η απόδοση της εορτής του Πάσχα κατ' εξαίρεση δεν γίνεται οκτώ ημέρες μετά το Πάσχα αλλά την 39η ημέρα μετά το Πάσχα.
  11. απονομή οφειλόμενων τιμών ή σεβασμού σε ένα πρόσωπο Κατατέθηκε στεφάνι προς απόδοση τιμών στο νεκρό στρατιώτη (για αυτά που προσέφερε)

In English

  • performance that which is performed or accomplished
  • render a digital image produced by rendering a model
  • capacity the maximum that can be produced
  • apodosis the consequential clause in a conditional sentence
  • odds the ratio of winnings to stake in betting situations

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόδοση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόδοση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7

Chicago

"απόδοση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόδοση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}