απόληξη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόληξη

Where it comes from

απόληξη < (ελληνιστική κοινή) ἀπόληξις

noun απόληξη · απολήξεις · απόληξης · απολήξεων

  1. το τμήμα ενός αντικειμένου που θεωρείται ότι είναι η άκρη του ※ Τρία πόδια (σπάνια τέσσερα) σχηματίζουν τη βάση η οποία στηρίζει ένα ψηλό στέλεχος, τον καυλό, (λατ. Scapus, σκάπος), στην απόληξη του οποίου διαμορφώνεται ο δίσκος ή πινάκιον ή πινακίσκιον ή σταγμοδόχη ανάλογα με τη μορφή της φωτιστικής πηγής την οποία προορίζεται να στηρίξει (Ιωάννης Κ. Μότσιανο

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόληξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόληξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7

Chicago

"απόληξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόληξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}