Απόλλωνας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Απόλλωνας

  • aˈpo.lo.nas

Where it comes from

Απόλλωνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ἀπόλλων από την αιτιατική ενικού «τὸν Ἀπόλλωνα»

proper noun Απόλλωνας · Απόλλωνες · Απόλλωνα · Απολλώνων

  1. ελληνική μυθολογία, θεωνύμιο θεός των αρχαίων Ελλήνων που συσχετίζεται με τον ήλιο, το φως, τη μουσική και την μαντεία, την Πυθία, τους Δελφούς
  2. ανδρικό όνομα
  3. figuratively, μεταφορικά πολύ όμορφος νέος άντρας

    Similar: Άδωνις

  4. παράλιο χωριό στην Β-ΒΑ Νάξο, παραλία και όρμος
  5. για το διαστημικό πρόγραμμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"Απόλλωνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Απόλλωνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"Απόλλωνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Απόλλωνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}