απόλυτος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόλυτος
Where it comes from
απόλυτος < αρχαία ελληνική ἀπόλυτος < ἀπολύω
adjective απόλυτος · απόλυτη · απόλυτο · απόλυτου · απόλυτης
- που έχει μια ιδιότητα στον υπέρτατο βαθμό η απόλυτη ομορφιά
- που επιμένει πάρα πολύ στην άποψή του, ο βέβαιος, ο αμετάπειστος
- που δεν συνδέεται συντακτικά με κάποιον από τους κύριους όρους μιας πρότασης η απόλυτη μετοχή των προσωπικών ρημάτων στα αρχαία ελληνικά τίθεται σε πτώση γενική
In English
Talk about this word "απόλυτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απόλυτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82 "απόλυτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόλυτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}