απόπτωση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόπτωση
Where it comes from
απόπτωση < αρχαία ελληνική ἀπόπτωσις ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλικά apoptosis) < ἀπό + πτῶσις < πίπτω
noun απόπτωση · αποπτώσεις · απόπτωσης · αποπτώσεων
- διεργασία προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου Ο προγραμματισμένος αυτός θάνατος των κυττάρων, που αντανακλά μια φυσιολογική διαδικασία, λέγεται απόπτωση, σε αντίθεση με τους μη φυσιολογικούς θανάτους κυττάρων, για τους οποίους χρησιμοποιείται ο όρος νέκρωση. (Αλαχιώτης Σταμάτης, Όταν τα κύτταρα αυτοκτονούν, εφ. Το Βήμα, 7/9/1997)
-
η αφαίρεση των επιφανειακών στιβάδων του δέρματος
Similar: απολέπιση
- το πέσιμο φύλλων, φτερών, τριχών κ.ά. από κάποιον οργανισμό φυτικό ή ζωικό
In English
- apoptosis death of cells
Talk about this word "απόπτωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. απόπτωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7 "απόπτωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόπτωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}