απόρριμμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόρριμμα

  • aˈpo.ɾi.ma

Where it comes from

απόρριμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόρριμμα < ἀπορρίπτω

noun απόρριμμα · απορρίμματα · απορρίμματος · απορριμμάτων

  1. το σκουπίδι ※ Οι νιπτήρες πρέπει να είναι συνεχώς εφοδιασμένοι με σαπούνι, χειροπετσέτες και ποδοκίνητους κάδους για τα απορρίμματα. (Ειδικά πρωτόκολλα υγειονομικού περιεχομένου βάσει των οποίων λειτουργούν οι τουριστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο της λήψης μέτρων έναντι του κορωνοϊού COVID-19 ΦΕΚ 2084 Β΄ - 30.0

In English

  • waste useless by-products, garbage

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόρριμμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόρριμμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1

Chicago

"απόρριμμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόρριμμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}