米克温

απόσβεση

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

απόσβεση

  • aˈpo.zve.si

它从哪里来

απόσβεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόσβε(σις) + -ση

:* για την οικονομία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική extinction

:* στη φυσική: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amortissement

名词 απόσβεση · αποσβέσεις · απόσβεσης · αποσβέσεων

  1. σβήσιμο, απάλειψη
  2. οικονομία εξόφληση / αποπληρωμή χρέους ή των χρημάτων μιας επένδυσης
  3. φυσική σταδιακή εξασθένιση και εξάλειψη απόσβεση ταλαντώσεων

英语

讨论这个词

引用
MLA

"απόσβεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόσβεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%83%CE%B7

Chicago

"απόσβεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόσβεση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}