απόσπασμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόσπασμα
- aˈpo.spa.zma
Where it comes from
απόσπασμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόσπασμα (κομμάτι που έχει αποκοπεί)
:* για τη φιλολογία < σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική fragmentum
:* για τη σημασία «αφαίρση» < σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική détachement
:* για τη σημασία «μετάθεση υπάλληλο» < σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική détachement
noun απόσπασμα · αποσπάσματα · αποσπάσματος · αποσπασμάτων
- ενιαίο τμήμα ενός συνόλου Στη συγκέντρωση θα απαγγελθούν αποσπάσματα από τα ποιήματα του ποιητή.
- σωζόμενο τμήμα από χαμένο έργο (όπως τα έργα αρχαίων συγγραφέων) έκδοση για τα Αποσπάσματα του Αισχύλου
- αφαίρεση πράγματαος, συνήθως με βίαιο ή απότομο τρόπο
- μετάθεση υπαλλήλου σε άλλη θέση
- τμήμα μιας μονάδας στρατιωτικής ή αστυνομικής που χρησιμοποιείται για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία Ο διοικητής έστειλε ένα απόσπασμα να φυλάει το χώρο.
In English
Talk about this word "απόσπασμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. απόσπασμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1 "απόσπασμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόσπασμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}