απόσπασμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόσπασμα

  • aˈpo.spa.zma

Where it comes from

απόσπασμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόσπασμα (κομμάτι που έχει αποκοπεί)

:* για τη φιλολογία < σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική fragmentum

:* για τη σημασία «αφαίρση» < σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική détachement

:* για τη σημασία «μετάθεση υπάλληλο» < σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική détachement

noun απόσπασμα · αποσπάσματα · αποσπάσματος · αποσπασμάτων

  1. ενιαίο τμήμα ενός συνόλου Στη συγκέντρωση θα απαγγελθούν αποσπάσματα από τα ποιήματα του ποιητή.
  2. φιλολογία σωζόμενο τμήμα από χαμένο έργο (όπως τα έργα αρχαίων συγγραφέων) έκδοση για τα Αποσπάσματα του Αισχύλου
  3. αφαίρεση πράγματαος, συνήθως με βίαιο ή απότομο τρόπο
  4. μετάθεση υπαλλήλου σε άλλη θέση

    Similar: απόσπαση, μετάθεση

  5. τμήμα μιας μονάδας στρατιωτικής ή αστυνομικής που χρησιμοποιείται για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία Ο διοικητής έστειλε ένα απόσπασμα να φυλάει το χώρο.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόσπασμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόσπασμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"απόσπασμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόσπασμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}