απόστρατος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόστρατος
- aˈpo.stɾa.tos
Where it comes from
απόστρατος < αποστρατ(εύω) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) Μορφολογικά, από- + -στρατος (στρατός) → δείτε και αποστρατεία
:* και ουσιαστικοποιημένο
adjective απόστρατος · απόστρατη · απόστρατο · απόστρατου · απόστρατης
- που έχει αποστρατευτεί, που είναι σε αποστρατεία
noun απόστρατος · απόστρατη · απόστρατο · απόστρατου · απόστρατης
- που έχει αποστρατευτεί Ένωση Αποστράτων
- κυρίως για αξιωματικό που είναι σε αποστρατεία, που όταν αποχώρησε υποχρεωτικά από το στράτευμα δεν είχε προαχθεί
Similar: απόμαχος, βετεράνος, παλαίμαχος
Thesaurus
noun
Similar: απόμαχος, βετεράνος, παλαίμαχος
In English
- ex-serviceman man who used to be in the armed forces
- ex-service used to be in the armed forces
Talk about this word "απόστρατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απόστρατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82 "απόστρατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόστρατος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}