απύθμενος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απύθμενος

Where it comes from

απύθμενος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπύθμενος < ἀ- στερητικό + (πυθμήν) πυθμεν- + -ος, δηλαδή χωρίς πάτο, χωρίς βάση)

adjective απύθμενος · απύθμενη · απύθμενο · απύθμενου · απύθμενης

  1. χαρακτηρισμός αντικειμένου με μεγάλο βάθος
  2. figuratively, μεταφορικά χαρακτηρισμός μεγάλης έντασης μιας έννοιας, συχνά με αρνητικό χαρακτήρα ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφ

In English

  • abysmal pertaining to, or resembling an abyss; bottomless; unending; profound
  • abyssal belonging to, or resembling, an abyss; unfathomable

Talk about this word

Cite this
MLA

"απύθμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απύθμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"απύθμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απύθμενος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}