απύθμενος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απύθμενος
Where it comes from
απύθμενος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπύθμενος < ἀ- στερητικό + (πυθμήν) πυθμεν- + -ος, δηλαδή χωρίς πάτο, χωρίς βάση)
adjective απύθμενος · απύθμενη · απύθμενο · απύθμενου · απύθμενης
- χαρακτηρισμός αντικειμένου με μεγάλο βάθος
- χαρακτηρισμός μεγάλης έντασης μιας έννοιας, συχνά με αρνητικό χαρακτήρα ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφ
In English
Talk about this word "απύθμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απύθμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82 "απύθμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απύθμενος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}