αράδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αράδα¹
- aˈɾa.ða
Where it comes from
αράδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀράδα < σλαβικής προέλευσης ред (γραμμή, σειρά) < πρωτοσλαβική γλώσσα *rędъ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *arēydʰ- / *rēydʰ- / *rīdʰ- < *ar (πβ. ἀραρίσκω) (άλλη άποψη: < βενετική arada: αυλάκι που δημιουργείται από το αλέτρι, αλετριά)
noun αράδα · αράδες · αράδας · αράδων
- γραμμή, σειρά από πρόσωπα ή πράγματα ※ Και σκότωσαν τους πιστικούς με την αράδαν όλους
- γραμμή, στίχος σε κείμενο η πρώτη αράδα του αφηγήματος.
adverb αράδα · αράδες · αράδας · αράδων
- το ένα μετά το άλλο, συνεχώς
Αράδα²
- aˈɾa.ða
Where it comes from
Αράδα < γενική ενικού του αρσενικού Αράδας
proper noun Αράδα · Arada
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Αράδας
proper noun Αράδα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Αράδας
In English
- one after another in single file
Talk about this word "αράδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αράδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B1 "αράδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αράδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}