αράζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αράζω
Where it comes from
αράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀράζω < αρχαία ελληνική ἀράσσω κατά το σχήμα αόριστος: ‑αξα > ενεστώτας: ‑άζω όπως στο αρχαίο ρήμα στάζω - ἔσταξα
verb αράζω · άραζα · αράξω · άραξα · αραγμένος
- φέρνω το πλοίο στο λιμάνι στα καῒκια τ' αραγμένα, τα δεμένα, στα καῒκια που δεν πάνε πουθενά (Ζαχ. Παπαντωνίου)
- αγκυροβολώ
- σταθμεύω, παρκάρω ένα τροχοφόρο όχημα
- βρίσκω καταφύγιο έπειτα από περιπλανήσεις ή δοκιμασίες και γέρος πια να αράξεις στο νησί (Κ. Καβάφης. Ιθάκη)
-
τεμπελιάζω
※ Για τα παιδιά έλεγε, αλλά κι ελόγου της έτσι κι έμπαινε στο νερό ξεχνούσε να βγει, μα κι όταν έβγαινε την άραζε στην ξαπλώστρα με τις ώρες κι εγώ καθόμουν μέχρι αργά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαβάζοντας (Ελένη Σαραντίτη-Παναγιώτου, Γυναίκα με τριαντάφυλλο, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 36)
Similar: αραχτός
Talk about this word "αράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89 "αράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αράζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}