αράζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αράζω

Where it comes from

αράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀράζω < αρχαία ελληνική ἀράσσω κατά το σχήμα αόριστος: ‑αξα > ενεστώτας: ‑άζω όπως στο αρχαίο ρήμα στάζω - ἔσταξα

verb αράζω · άραζα · αράξω · άραξα · αραγμένος

  1. transitive, μεταβατικό φέρνω το πλοίο στο λιμάνι στα καῒκια τ' αραγμένα, τα δεμένα, στα καῒκια που δεν πάνε πουθενά (Ζαχ. Παπαντωνίου)
  2. intransitive, αμετάβατο αγκυροβολώ
  3. vulgar, λαϊκότροπο σταθμεύω, παρκάρω ένα τροχοφόρο όχημα
  4. figuratively, μεταφορικά βρίσκω καταφύγιο έπειτα από περιπλανήσεις ή δοκιμασίες και γέρος πια να αράξεις στο νησί (Κ. Καβάφης. Ιθάκη)
  5. vulgar, λαϊκότροπο τεμπελιάζω ※ Για τα παιδιά έλεγε, αλλά κι ελόγου της έτσι κι έμπαινε στο νερό ξεχνούσε να βγει, μα κι όταν έβγαινε την άραζε στην ξαπλώστρα με τις ώρες κι εγώ καθόμουν μέχρι αργά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαβάζοντας (Ελένη Σαραντίτη-Παναγιώτου, Γυναίκα με τριαντάφυλλο, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 36)

    Similar: αραχτός

Talk about this word

Cite this
MLA

"αράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"αράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αράζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}