αράθυμος

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

αράθυμος¹

Откуда оно

αράθυμος < μεσαιωνική ελληνική ἀράθυμος < ἀ- (προτακτικό) + ῥᾴθυμος < ῥᾶ + θυμός

# αράθυμος < μεσαιωνική ελληνική ἀράθυμος < ἀ- (στερητικό) + ῥᾴθυμος < ῥᾶ + θυμός

прилагательное αράθυμος · αράθυμη · αράθυμο · αράθυμου · αράθυμης

  1. vulgar, λαϊκότροπο ράθυμος ※ Σου λέω σ'κώθηκα απ' το γιατάκι και πήγα στο χωράφι και ξεβοτάνισα. Αλλά το 'κανα αράθυμος και βαρύς, ανόρεχτος, σα σκλάβος που τον έριξαν στανικά σε καταναγκασμό. (Θωμάς Ψύρρας, Άρτιο κατά παρέκκλιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
  2. vulgar, λαϊκότροπο οξύθυμος
  3. formal, λόγιο που ενεργεί γρήγορα, που έχει διάθεση για ενέργεια ή δράση

Αράθυμος²

Откуда оно

Αράθυμος < αράθυμος

имя собственное Αράθυμος · Αράθυμου · Arathymos

  1. ανδρικό επώνυμο

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"αράθυμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αράθυμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"αράθυμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αράθυμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}