αράπης
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
αράπης¹
De unde vine
αράπης < (άμεσο δάνειο) τουρκική Arap < αραβική عرب (ʿarab) (Δείτε και Άραβας)
substantiv αράπης · αράπηδες · αράπη · αράπηδων
-
ο άνθρωπος με μαύρο δέρμα (Αφρικανός ή αφρικανικής καταγωγής) και, γενικότερα, αυτός που έχει πολύ σκούρα επιδερμίδα, που είναι πολύ μελαμψός
Asemănătoare: νέγρος
- αυτός που είναι πολύ μαυρισμένος (από έκθεση στον ήλιο, εργασία με υλικά όπως το κάρβουνο κ.λπ. -συνήθως συντάσσεται με το σαν)
- ο Άραβας
- ο χώρος απομόνωσης των φυλακών ※ Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξαν δεσμωτήριο εκατοντάδων αντιστασιακών (οι μελλοθάνατοι περνούσαν την τελευταία τους νύχτα έξω από το κυρίως κτίριο, σε ιδιαίτερο κελί, το λεγόμενο Αράπης) (από το άρθρο «Οι φυλακές Αβέρωφ (1892-1971)», tvxs.gr (11-12 Μαΐου 2013)· πρόσβαση: 2019-10-12).
Αράπης²
De unde vine
Αράπης < αράπης
substantiv propriu Αράπης · Αράπηδες · Αράπη · Αράπηδων
- ανδρικό επώνυμο
În engleză
- nigger black person (derogatory)
Discută despre acest cuvânt "αράπης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αράπης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82 "αράπης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {αράπης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}