αργάζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αργάζω

  • aɾˈɣa.zo

Where it comes from

αργάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀργάζω (μαλάσσω, ζυμώνω) με τροπή [o] > [a] από συμπροφορά με μόρια όπως να, θα και ανασυλλαβισμό [na orˈɣazo > narˈɣazo > n arˈɣazo] όπου το [a] υπερισχύει. (→ δείτε και τις λέξεις ὀργάω και ὄργον)

: Διαφορετική ετυμολογία για τη μεσαιωνική ελληνική ἀργάζω (ασχολούμαι, μηχανεύομαι, κατεργάζομαι δέρματα), τύπο του ἐργάζω με τροπή [e] > [a] από συμπροφορά με ρηματικά μόρια και ανασυλλαβισμό. < αρχαία ελληνική ἐργάζομαι → δείτε ἔργον

: Δείτε και ο αργαλειός, το αργαλειό (ἐργαλεῖον)

verb αργάζω · άργασα · αργάζομαι · αργάστηκα · αργασμένος

  1. Demotic, δημοτική κατεργάζομαι δέρματα δεν αργάζεται καλά τούτο το πετσί, πάρε άλλο να φτιάξεις
  2. Demotic, δημοτική δέρνω πολύ, ξυλοκοπώ έκφραση: του άργασαν το τομάρι / το πετσί / το κορμί
  3. Demotic, δημοτική σκληραίνω, ροζιάζω αργάσανε τα χέρια μου απ' το πολύ σκάψιμο
  4. Demotic, δημοτική ξεραίνομαι (για χωράφια)
  5. Demotic, δημοτική οργώνω
  6. Demotic, δημοτική σχεδιάζω κάτι κακό
  7. Demotic, no gloss, δημοτική άλλες σημασίες

Similar: αργαστός, άργαστος

Thesaurus

In English

  • tan to turn animal hide into leather

Talk about this word

Cite this
MLA

"αργάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αργάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"αργάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αργάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}