αργυραμοιβός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αργυραμοιβός

  • aɾ.ʝi.ɾa.miˈvos

Where it comes from

αργυραμοιβός < αρχαία ελληνική ἀργυραμοιβός < ἄργυρος + ἀμοιβός (αυτός που κάνει ανταλλαγές).

noun αργυραμοιβός · αργυραμοιβοί · αργυραμοιβού · αργυραμοιβών · αργυραμοιβό · αργυραμοιβούς

  1. dated, επάγγελμα, οικονομία, παρωχημένο o ανταλλάκτης νομισμάτων, ξένου σε εγχώριο ή αντιστρόφως, με αμοιβή του την διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης του νομίσματος (προμήθεια) ※ 2011 Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδόσεις Καστανιώτη

Similar: κολλυβιστής, σαράφης

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αργυραμοιβός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αργυραμοιβός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CF%82

Chicago

"αργυραμοιβός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αργυραμοιβός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}