αργυρός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αργυρός¹
- aɾ.ʝiˈɾos
Sounds like άργυρος
Where it comes from
αργυρός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀργυρός < αρχαία ελληνική ἀργυροῦς
adjective αργυρός · αργυρή · αργυρό · αργυρού · αργυρής
- κατασκευασμένος από άργυρο, ο ασημένιος αργυρός σταυρός
-
για χρώμα ή χρωματική απόχρωση:
(κυριολεκτικά) που έχει το χρώμα του αργύρου (το ασημί)
Similar: αργυρόχρωμος, αργυρόχροος
- επάργυρος
Similar: ασημένιος
Αργυρός²
- aɾ.ʝiˈɾos
Sounds like άργυρος
Where it comes from
Αργυρός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Ἀργυρός < ἀργυρός (αργυρός) < αρχαία ελληνική ἀργυροῦς
proper noun Αργυρός · Αργυροί · Αργυρού · Αργυρών · Αργυρό · Αργυρούς
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αργυρού)
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
adjective
Similar: ασημένιος
In English
Talk about this word "αργυρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αργυρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82 "αργυρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αργυρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}