αρετή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρετή¹
Where it comes from
αρετή < αρχαία ελληνική ἀρετή
noun αρετή · αρετές · αρετής · αρετών
- η ηθική, η σωφροσύνη
- το χάρισμα, το ταλέντο, το επιθυμητό χαρακτηριστικό ※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
Αρετή²
- a.ɾeˈti
Where it comes from
Αρετή < αρχαία ελληνική Ἀρετή / γενική ενικού του αρσενικού Αρετής
proper noun Αρετή · Αρετές · Αρετής · Αρετών
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αρετής)
In English
Talk about this word "αρετή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. αρετή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE "αρετή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρετή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}