αριθμητική

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αριθμητική

  • a.ɾi.θmi.tiˈci

Where it comes from

αριθμητική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀριθμητική Μορφολογικά, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου αριθμητικός

noun αριθμητική · αριθμητικές · αριθμητικής · αριθμητικών

  1. αριθμητική η επιστήμη των αριθμών Στην αριθμητική προσθέτουμε, αφαιρούμε, πολλαπλασιάζουμε και διαιρούμε συγκεκριμένους αριθμούς
  2. εκπαίδευση παλαιότερη ονομασία για το μάθημα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που διδάσκει τις αριθμητικές πράξεις και την επίλυση προβλημάτων (πλέον χρησιμοποιείται ο όρος μαθηματικά)
  3. το σχολικό εγχειρίδιο που χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία αυτού του μαθήματος

adjective αριθμητική · αριθμητικές · αριθμητικής · αριθμητικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριθμητικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αριθμητική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αριθμητική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"αριθμητική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αριθμητική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}