αριθμητικό
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
αριθμητικό
De unde vine
αριθμητικό < Ουδέτερο του επίθετου αριθμητικός.
substantiv αριθμητικό · αριθμητικά · αριθμητικού · αριθμητικών
- λέξη που φανερώνει ορισμένη αριθμητική ποσότητα ή εκφράζει κάποια αριθμητική έννοια ή σχέση· μπορεί να είναι ουσιαστικό, επίθετο ή επίρρημα Γλώσσα Δ΄ Δημοτικού - 7. Η γραφή των αριθμητικών
adjectiv αριθμητικό · αριθμητικά · αριθμητικού · αριθμητικών
- αιτιατική ενικού του αριθμητικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αριθμητικός
În engleză
- numeral non-word symbol that represents a number
Discută despre acest cuvânt "αριθμητικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αριθμητικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αριθμητικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {αριθμητικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}