αριστερός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αριστερός

  • a.ɾi.steˈɾos

Where it comes from

αριστερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀριστερός < ἄρισ(τος) + -τερός

:* και ουσιαστικοποιημένο αριστερός, αριστερή, και αριστερά

:* για τη σημασία στην πολιτική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική gauche

adjective αριστερός · αριστερή · αριστερά · αριστερό · αριστερού · αριστερής

  1. που βρίσκεται στα αριστερά

    Similar: ζερβός, ευώνυμος · Opposite: δεξής, δεξιός

  2. πολιτική που υποστηρίζει την πολιτική αριστερά, σοσιαλιστής ή κομμουνιστής και το ουσιαστικοποιημένο
  3. figuratively, συνεκδοχικά ο αριστερόχειρας

Similar: ευώνυμος, ζερβός

noun αριστερός · αριστερή · αριστερά · αριστερό · αριστερού · αριστερής

  1. πολιτική που είναι αριστερός, που ανήκει στην αριστερά, στην αριστερή πολιτική παράταξη

    Opposite: δεξιός

Thesaurus

adjective

Similar: ευώνυμος, ζερβός

In English

  • left west side of the body when one is facing north

Talk about this word

Cite this
MLA

"αριστερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αριστερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"αριστερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αριστερός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}