αριστοκρατικός
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
αριστοκρατικός
- a.ɾi.sto.kɾa.tiˈkos
Откуда оно
αριστοκρατικός < Σημασία 1 (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀριστοκρατικός < αρχαία ελληνική ἀριστοκρατικός. Σημασία 2 (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aristocratique.
прилагательное αριστοκρατικός · αριστοκρατική · αριστοκρατικό · αριστοκρατικού · αριστοκρατικής
- σχετικός με την αριστοκρατία ή τον αριστοκράτη Είναι αριστοκρατική οικογένεια, με μεγάλη παράδοση.
- οπαδός του αριστοκρατικού κόμματος ή πολιτεύματος Οι αριστοκρατικοί της αρχαίας Aθήνας.
- προερχόμενος, απευθυνόμενος ή χαρακτηριστικός μιας περιορισμένης μειοψηφίας
По-английски
Обсудить это слово "αριστοκρατικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αριστοκρατικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αριστοκρατικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {αριστοκρατικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}