Αρμαγεδών

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Αρμαγεδών

  • aɾ.ma.ʝeˈðon

Where it comes from

Αρμαγεδών < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή Ἁρμαγεδών < εβραϊκή הַר מְגִדֹּו (har M'giddo, «Όρος της Μεγιδδώ» ή «Όρος Σύναξης Στρατευμάτων»)

proper noun Αρμαγεδών · Αρμαγεδώνες · Αρμαγεδώνος · Αρμαγεδώνων · Αρμαγεδώνα

  1. θρησκεία βιβλικό όρος όπου σύμφωνα με προφητεία θα γίνει η τελική μάχη μεταξύ των δυνάμεων του καλού και του κακού (Αποκάλυψη του Ιωάννη, 16, 16)
  2. figuratively, μεταφορικά καταστροφή και όλεθρος σε υπερβολικό βαθμό ※ Δεν υπάρχει plan B, ξεκαθάρισε ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης σε συνέντευξή του στη βρετανική εφημερίδα Guardian. «Συνεχώς ακούμε “αν δεν υπογράψετε, θα έρθει ο Αρμαγεδδών”. Η απάντησή μου είναι “ας έρθει”. Δεν υπάρχει σχέδιο υπαναχώρησης. Αυτό είναι το δικό μου plan B», ανέφερε χαρακτηρ

Talk about this word

Cite this
MLA

"Αρμαγεδών." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Αρμαγεδών. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BD

Chicago

"Αρμαγεδών." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Αρμαγεδών},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}