αρμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρμός
- aɾˈmos
Where it comes from
αρμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἁρμός.
noun αρμός · αρμοί · αρμού · αρμών · αρμό · αρμούς
- το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
- το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
- οι κλειδώσεις στα κόκκαλα, η άρθρωση
- είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας
- το ταίριασμα συγχορδιών και μελωδιών, δηλαδή η αρμονία
In English
Talk about this word "αρμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αρμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82 "αρμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}