αρπακτικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρπακτικό

Where it comes from

αρπακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρπακτικός (επειδή αρπάζει τα θύματά του από τη θέση τους στο έδαφος ή στον αέρα)

noun αρπακτικό · αρπακτικά · αρπακτικού · αρπακτικών

  1. κάθε σαρκοβόρο πουλί με γρήγορο πέταγμα και γαμψά νύχια που κυνηγά αρπάζοντας με τα νύχια το θήραμά του

adjective αρπακτικό · αρπακτικά · αρπακτικού · αρπακτικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του αρπακτικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρπακτικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρπακτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρπακτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"αρπακτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρπακτικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}