αρραβωνιαστικός
Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
αρραβωνιαστικός
- a.ɾa.vo.ɲa.stiˈkos
Nó đến từ đâu
αρραβωνιαστικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *ἀρραβωνιαστικός (τύπος θηλυκού: ἀρραβωνιαστική). Μορφολογικά αναλύεται σε αρραβωνιάζω, αρραβωνιασ- + -τικός.
danh từ αρραβωνιαστικός · αρραβωνιαστικοί · αρραβωνιαστικού · αρραβωνιαστικών · αρραβωνιαστικό · αρραβωνιαστικούς
- ο άντρας που έδωσε επίσημη υπόσχεση γάμου σε μια γυναίκα και την αρραβωνιάστηκε άλλες μορφές: αρρεβωνιαστικός (λαϊκότροπο)
Tương tự: μνηστήρας, επίσημο, αρραβωνιάρης, αρρεβωνιάρης, λαϊκό
Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
danh từ
Tương tự: μνηστήρας, επίσημο, αρραβωνιάρης, αρρεβωνιάρης, λαϊκό
Bằng tiếng Anh
- fiancé man who is engaged to be married
Trò chuyện về từ này "αρραβωνιαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αρραβωνιαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αρραβωνιαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {αρραβωνιαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}