αρραβώνας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρραβώνας

  • a.ɾaˈvo.nas

Where it comes from

αρραβώνας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρραβώνας < αρχαία ελληνική ἀρραβών από την αιτιατική ενικού «τὴν ἀρραβῶνα»

noun αρραβώνας · αρραβώνες · αρραβώνα · αρραβώνων

  1. το δαχτυλίδι που ανταλλάσσεται για υπόσχεση γάμου περνάω βέρες (έκφραση)
  2. plural normally, συνήθως στον πληθυντικό η οικογενειακή γιορτή υπόσχεσης γάμου ≋ ταυτόσημα: αρραβωνιάσματα
  3. εκκλησιαστικός όρος η τελετή για υπόσχεση γάμου στην εκκλησία
  4. νομικός όρος χρηματικό ποσό, ή κινητό πράγμα που καταβάλλεται ως προκαταβολή (αποζημίωσης) σε περίπτωση υπαίτιας ματαίωσης κατά την σύναψη μιας συμφωνίας

    Similar: καπάρο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρραβώνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρραβώνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"αρραβώνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρραβώνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}