αρρωσταίνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρρωσταίνω
- a.ɾoˈste.no
Where it comes from
αρρωσταίνω < αρχαία ελληνική ἀρρωστέω, ἀρρωστῶ, κατά μεταπλασμό σε -αίνω.
verb αρρωσταίνω
- προσβάλλομαι από μια αρρώστια ή ασθένεια, μου επιβαρύνει την υγεία κάποια νόσος το χειμώνα όλο αρρωσταίνει είτε από κρύωμα είτε από γρίπη
- χάνω την καλή μου διάθεση ολοκληρωτικά αρρωσταίνω από τη ζήλια
- γίνομαι η αιτία που χειροτερεύει η υγεία κάποιου πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο φόβος απόλυσης από τη δουλειά μάς αρρωσταίνει
Thesaurus
In English
- fall ill become ill
Talk about this word "αρρωσταίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αρρωσταίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89 "αρρωσταίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρρωσταίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}