αρρωσταίνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρρωσταίνω

  • a.ɾoˈste.no

Where it comes from

αρρωσταίνω < αρχαία ελληνική ἀρρωστέω, ἀρρωστῶ, κατά μεταπλασμό σε -αίνω.

verb αρρωσταίνω

  1. intransitive, αμετάβατο προσβάλλομαι από μια αρρώστια ή ασθένεια, μου επιβαρύνει την υγεία κάποια νόσος το χειμώνα όλο αρρωσταίνει είτε από κρύωμα είτε από γρίπη
  2. figuratively, μεταφορικά χάνω την καλή μου διάθεση ολοκληρωτικά αρρωσταίνω από τη ζήλια
  3. transitive, μεταβατικό γίνομαι η αιτία που χειροτερεύει η υγεία κάποιου πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο φόβος απόλυσης από τη δουλειά μάς αρρωσταίνει

Similar: ασθενώ, νοσώ

Thesaurus

verb

Similar: ασθενώ, νοσώ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρρωσταίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρρωσταίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"αρρωσταίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρρωσταίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}